Meaning of νεράιδα | Babel Free
/neˈɾai̯ða/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- φανταστική μορφή της λαϊκής παράδοσης με μορφή όμορφης γυναίκας, συχνά με εξαιρετική φωνή, που ζει στη φύση, μακριά από τους ανθρώπους όπως και οι αρχαίες Νηρηίδες. Σ' αυτήν αποδίδονταν παθήματα των ανθρώπων που της άφηναν προσφορές για να την εξευμενίσουν
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Νεράιδας)
-
γυναίκα με αιθέρια ομορφιά figuratively
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Παραδείγματα
“Οι νεράιδες ζουν στο δάσος.”
Fairies live in the woods.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.