μαρκάρω
Ορισμοί
- βάζω τη μάρκα, το σήμα κατατεθέν ή κάποιο άλλο ιδιαίτερο διακριτικό σε αντικείμενο
-
βάζω κάποιο μόνιμο σημάδι στο δέρμα του ώστε να ξεχωρίζει ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του especially
- παίρνω θέση πολύ κοντά σε συγκεκριμένο αντίπαλο και τον παρακολουθώ, τον πλευρίζω με τέτοιον τρόπο ώστε να δυσκολεύεται να συμμετάσχει στο παιχνίδι
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of μαρκάρω.
Ισοδύναμα
25 more languages
Gàidhligroghnaich
עבריתמותג
Nederlandsuitpikken
Polskicykcykaćcyknąćdostrzecdostrzegaćfajkowaćględaćiskaćnapiętnowaćnaznaczaćnaznaczyćpiętnowaćpodchwycićpodchwytywaćprzebieraćprzebraćprzyuważyćrozpoznaćrozpoznawaćśćknąćtyktykaćtyknąćtypowaćupatrzyćwykałaćwypalaćwypalićwypatrywaćwypatrzyćwytypować
Portuguêsspot
Türkçeseçmek
Παραδείγματα
“Ο δάσκαλος μάρκαρε την εξέταση.”
The teacher marked the exam.
“Ο αγρότης μαρκάρει τις αγελάδες του.”
The farmer brands his cows.
“Τον μαρκάρισε και πήρε την μπάλα.”
He marked him and took the ball.
“Ο πατέρας μαρκάρει την κόρη του στο πλήθος.”
The father picks out his daughter in the crowd.
“είναι τόσο καλός που χρειάζεται να τον μαρκάρουν τουλάχιστον δύο”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free