Conjugation of μαρκάρω
maɾˈkaɾoπαίρνω θέση πολύ κοντά σε συγκεκριμένο αντίπαλο και τον παρακολουθώ, τον πλευρίζω με τέτοιον τρόπο ώστε να δυσκολεύεται να συμμετάσχει στο παιχνίδι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαρκάρω |
| εσύ | μαρκάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρκάρει |
| εμείς | μαρκάρουμε |
| εσείς | μαρκάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρκάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | μάρκαρα |
| εσύ | μάρκαρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μάρκαρε |
| εμείς | μαρκάραμε |
| εσείς | μαρκάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μάρκαραν |
Αόριστος
| εγώ | μάρκαρα |
| εσύ | μάρκαρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μάρκαρε |
| εμείς | μαρκάραμε |
| εσείς | μαρκάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μάρκαραν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαρκάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαρκάρω |
| εσύ | μαρκάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρκάρει |
| εμείς | μαρκάρουμε |
| εσείς | μαρκάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρκάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μάρκαρε |
| εσείς | μαρκάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μάρκαρε |
| εσείς | μαρκάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαρκάρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαρκάρομαι |
| εσύ | μαρκάρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρκάρεται |
| εμείς | μαρκαριζόμαστε |
| εσείς | μαρκάρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρκάρονται |
Παρατατικός
| εγώ | μαρκαριζόμουν |
| εσύ | μαρκαριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρκαριζόταν |
| εμείς | μαρκαριζόμασταν |
| εσείς | μαρκαριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρκάρονταν |
Αόριστος
| εγώ | μαρκαρίστηκα |
| εσύ | μαρκαρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρκαρίστηκε |
| εμείς | μαρκαριστήκαμε |
| εσείς | μαρκαριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρκαρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαρκαριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαρκαριστώ |
| εσύ | μαρκαριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρκαριστεί |
| εμείς | μαρκαριστούμε |
| εσείς | μαρκαριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρκαριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μαρκάρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μαρκαρίσου |
| εσείς | μαρκαριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαρκαριστεί |