κόλλημα
Ορισμοί
- ένωση με κολλητική ουσία
- τεχνικό πρόβλημα διακοπής λειτουργίας
- έμμονη ιδέα
- επίμονο και εκνευριστικό πλησίασμα κάποιου
Ισοδύναμα
25 more languages
Suomifiksaatiofikseerausfiksointijähmettyminenjuottaminenjuottokiinnittäminenkiinnittyminenliimaaminenliimailuliimausliimoituspiintymysseksuaalinen häirintätakertumatallentaminen
Հայերենզոդում
Bahasa Melayugangguan seksual
Русскийзакреплениезапа́иваниепайкапая́ниесвязываниесексуа́льные домога́тельствасклеиваниесклейкафиксация
中文性騷擾
Παραδείγματα
“Θέλει γερό κόλλημα για να μη σου ξανασπάσει.”
“Κόλλημα του κεντρικού υπολογιστή προκάλεσε χάος στο σύστημα.”
“Έχει φάει κόλλημα με το βικιλεξικό.”
“Μετά από τέτοιο πολύωρο κόλλημα, έχασε την υπομονή του.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free