Σημασία του κόλα | Babel Free
ˈko.laΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- φύλλο χαρτιού
- μέρος του ονόματος γνωστού αναψυκτικού, αλλά και άλλων ανταγωνιστικών παρόμοιων προϊόντων
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλο, συνήθως χρησιμοποιείται στον πληθυντικό και σημαίνει πακέτα accusative, nominative, plural, vocative
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- δένδρο της Δυτικής Αφρικής
- καρπός του ομώνυμου δένδρου της Δυτικής Αφρικής (εκχύλισμα του οποίου περιέχεται στο γνωστό αναψυκτικό)
Ισοδύναμα
Беларуская
кола
Català
cola
Čeština
kola
Esperanto
kolao
Suomi
kola
kolajuoma
kolapähkinä
koolapuu
kuola
lippulappunen
paperi
paperiarkki
paperilappu
paperilappunen
paperilehti
paperinpala
paperinpalanen
paperipala
paperipalanen
Gàidhlig
còc
हिन्दी
कोला
Հայերեն
կոլա
Íslenska
seðill
ქართული
კოლა
한국어
콜라
Latina
scheda
Te Reo Māori
rau
Македонски
кола
Монгол
хуудас
Română
cola
Русский
кола
ไทย
โคล่า
Türkçe
kola
Українська
кола
Tiếng Việt
cola
中文
可樂
ZH-TW
可樂
Παραδείγματα
“κόλα χαρτί”
sheet of paper
“γράψ' το σε παρακαλώ σε μια κόλα αναφοράς”
“ούτε καταλάβαμε για πότε μας έμπλεξε και μας τύλιξε σε μια κόλα χαρτί (κυριολεκτικά: σε μια γραπτή μήνυση)”
“στον τελικό διαγωνισμό δυστυχώς παρέδωσε λευκή κόλα (δεν έγραψε τίποτα)”
“※ Πλήρη αποτύπωση των φορτώσεων με όλα τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά όπως κόλα, όγκος, βάρος, τιμολογητέος όγκος, τιμολογητέο βάρος, τύπος εμπορευμάτων, εμπορεύματα κ.α. (https://www.xit.gr/programma/diethneis-metafores)”
“※ Κόλα τύπου C μπορούν να μεταφέρονται αεροπορικώς μεταφέροντας ραδιενεργό υλικό σε ποσότητες που υπερβαίνουν είτε 3000A1 ή 100000A2, ανάλογα με το πιο είναι το μικρότερο για ειδικής μορφής ραδιενεργό υλικό, ή 3000A2 για όλα τα άλλα ραδιενεργά υλικά. (Οδηγία 96/49/ΕΚ του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1996 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις σιδηροδρομικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 235 της 17/09/1996 σ. 0025 - 0030, L 294 31/10/1998 σ. 0001 - 0775 https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:31996L0049&from=EN)”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free