Meaning of κάπα | Babel Free
/ˈka.pa/Ορισμοί
- το δέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (κ, κεφαλαίο: Κ)
- χοντρό μάλλινο πανωφόρι, με κουκούλα και χωρίς μανίκια, χαρακτηριστικό χειμερινό ένδυμα βοσκών και χωρικών
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο φαρδύ πανωφόρι χωρίς μανίκια
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.