HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κάπα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
ˈka.pa

Ορισμοί

  1. το δέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (κ, κεφαλαίο: Κ)
  2. χοντρό μάλλινο πανωφόρι, με κουκούλα και χωρίς μανίκια, χαρακτηριστικό χειμερινό ένδυμα βοσκών και χωρικών
  3. γυναικείο επώνυμο
  4. γυναικείο φαρδύ πανωφόρι χωρίς μανίκια

Ισοδύναμα

28 more languages
العربيةكُبَّا
Bosanskičačapakapa
Catalàkappa
Češtinakapkapakappamyš
Esperantokapo
Suomikappa
עבריתכפאקפא
Hrvatskičačapakapa
Magyarkappa
日本語かっぱ
한국어카파
Kurdîçaçapa
Nederlandskaapkappa
Portuguêscapacapepromontório
Српскиčačapakapa
Svenskakappa
Tagalogkapa
Türkçeababurun
Українськакаппа
Tiếng ViệtHà Đông
繁體中文海角

Παραδείγματα

“Το κάπα γράφεται διαφορετικά ως κεφαλαίο.”

The kappa is written differently as a capital letter.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κάπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free