HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κάπα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/ˈka.pa/

Ορισμοί

  1. το δέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (κ, κεφαλαίο: Κ)
  2. χοντρό μάλλινο πανωφόρι, με κουκούλα και χωρίς μανίκια, χαρακτηριστικό χειμερινό ένδυμα βοσκών και χωρικών
  3. γυναικείο επώνυμο
  4. γυναικείο φαρδύ πανωφόρι χωρίς μανίκια

Ισοδύναμα

English cape Cloak Kappa

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κάπα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course