Meaning of ακρωτήριο | Babel Free
/a.kɾoˈti.ɾi.o/Ορισμοί
- τμήμα της ξηράς που εισέρχεται βαθιά στη θάλασσα (και ακρωτήρι)
- κεραμικό ή μαρμάρινο διακοσμητικό στοιχείο της στέγης, κυρίως του αετώματος
- τμήμα του αυτιού που βρίσκεται πίσω από τον τυμπανικό υμένα στο κοίλο του τυμπάνου
Ισοδύναμα
English
point
Παραδείγματα
“Κατηγορία:Ακρωτήρια της Ελλάδας στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.