Meaning of κανάτα | Babel Free
/kaˈna.ta/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το επιτραπέζιο σκεύος με πλατύ στόμιο και λαβή, για το σερβίρισμα διαφόρων υγρών (νερό, κρασί κ.ά.)
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κανατάς accusative, genitive, singular, vocative
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.