Meaning of ζύμη | Babel Free
/ˈzi.mi/Ορισμοί
- κάθε μείγμα που περιέχει κυρίως αλεύρι και νερό
- γυναικείο επώνυμο
-
ζυμομύκητας plural-normally
Ισοδύναμα
English
dough
Παραδείγματα
“※ Οι ψεύτικοι Έλληνες, με την ανατροφή αυτή, θα γίνουν Έλληνες αληθινοί, ― άνθρωποι, γιατί έχουν τη ζύμη για να γίνουν, μα τους λείπει η ανατροφή. (Ίων Δραγούμης, Ο ευγενικώτερα πολιτισμένος λαός, 1907)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.