HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ζύμη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈzi.mi/

Ορισμοί

  1. κάθε μείγμα που περιέχει κυρίως αλεύρι και νερό
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. ζυμομύκητας
    plural-normally

Ισοδύναμα

English dough

Παραδείγματα

“※ Οι ψεύτικοι Έλληνες, με την ανατροφή αυτή, θα γίνουν Έλληνες αληθινοί, ― άνθρωποι, γιατί έχουν τη ζύμη για να γίνουν, μα τους λείπει η ανατροφή. (Ίων Δραγούμης, Ο ευγενικώτερα πολιτισμένος λαός, 1907)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ζύμη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course