εξιλεώνω
Ορισμοί
καταπραΰνω κάποιον που είναι οργισμένος, κατευνάζω, εξευμενίζω
Ισοδύναμα
21 more languages
Παραδείγματα
“※ Δεν έχω άλλο φαγί στο σπίτι, είπε, σα να ζητούσε να εξιλεωθεί για το απλοϊκό αλλά άφθονο γεύμα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free