εκριζώνω
Ορισμοί
βγάζω κάτι από τη ρίζα, κυριολεκτικά αναφέρεται σε φυτό, αλλά χρησιμοποιείται και μεταφορικά - όταν κάποιος προλαμβάνει ένα πρόβλημα, σταματώντας το από τη στιγμή που θα αρχίσει να εκδηλώνεται
Ισοδύναμα
24 more languages
Българскиунищожавам
Češtinavyhubit
Deutschan den Wurzeln herausreißenauslöschenausmerzenausrottenaussortierenaustilgenentfernenentwurzelnexstirpierenmit den Wurzeln herausreißen
Eestijuurima
हिन्दीउखाड़ना
Magyarkiirt
Portuguêsextirpar
Românădezrădăcina
Русскийвыводитьвы́корчеватьвыкорчёвыватьвыпалыватьвыполотьвы́рвать с ко́рнемвырезатьвырыва́ть с ко́рнемискоренитьискореня́тькорчеватьпощелкатьразрежать
Türkçeköklemek
Українськаполоти
Tiếng Việtbụng
Παραδείγματα
“Στη διάρκεια της τριετούς ισχύος του κανονισμού, θα εκριζωθούν 30000 στρεμμ. αμπελώνων”
“ό τουρισμός εκριζώνει τά ήθη τών "Ελλήνων άπειλητικώς (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τόμος 51, 1977)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free