Meaning of εθνικός | Babel Free
/e.θniˈkos/Ορισμοί
- που σχετίζεται με το έθνος
- που αναφέρεται στο κράτος
- που αναφέρεται στο σύνολο μιας χώρας και όχι σε μια περιφέρειά της ούτε σε υπερεθνική οντότητα
- για λέξη που προσδιορίζει αυτόν που ανήκει σε ένα έθνος
-
στο βυζαντινό λεξιλόγιο ήταν συνώνυμο κυρίως των Ελλήνων, όπως και άλλων που δεν είχαν ασπαστεί το Χριστιανισμό και θεωρούνταν ειδωλολάτρες ή πολυθεϊστές ή παγανιστές dated
Παραδείγματα
“Εθνικό Θέατρο”
National Theatre
“εθνικό λαχείο”
national lottery
“η εθνική συνείδηση”
“το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν”
“υπουργείο εθνικής άμυνας”
“εθνικές, ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές”
“τα εθνικά ονόματα όπως Έλληνας, Άγγλος, Γάλλος κλπ γράφονται με κεφαλαίο αρχικό”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.