Meaning of δοκιμάζω | Babel Free
/ðo.ciˈma.zo/Ορισμοί
- προσπαθώ να λύσω ένα πρόβλημα ή να ξεπεράσω μια δυσκολία αλλάζοντας προσέγγιση, κάνοντας κάτι διαφορετικό, αποπειρώμαι να αντιμετωπίσω κάτι
- κάνω δοκιμές, εξετάζω αν κάτι ταιριάζει/αρέσει σε εμένα ή σε κάποιον άλλον
- προσπαθώ να βρω τα όρια αντοχής, ταλαιπωρώ, βάζω τον άλλο σε δοκιμασία δυσάρεστη
- έκφραση πρόκλησης, υποτίμησης, η οποία προδικάζει ότι ο άλλος αν αποπειραθεί, προσπαθήσει να κάνει κάτι, δε θα τα καταφέρει
- αισθάνομαι, βιώνω, γεύομαι
-
δοκιμάζομαι: περνώ μεγάλη δοκιμασία, δυσκολία, στενοχώρια, αλλά και κρίνομαι, ελέγχομαι passive
Παραδείγματα
“Δοκίμασες ποτέ πίτσα με ανανά;”
Have you ever tried pineapple pizza?
“Δοκίμασε να σκαρφαλώσει το βουνό.”
He tried to climb the mountain.
“Δοκίμασα να μπω στον ιστότοπο με άλλο φυλλομετρητή αλλά τα ίδια”
“Δοκίμασα και άλλοτε να κόψω το τσιγάρο/να τον χωρίσω για να βρω την ησυχία μου κ.λπ.”
“Δοκίμασαν τη θεραπεία σε μια ομάδα 35 ανθρώπων με ελαφρά έως βαριά συμπτώματα”
“Δοκίμασες ποτέ πίτσα με ανανά; Θα εκπλαγείς!”
“Δοκίμασα πέντε ζευγάρια αλλά κανένα δε μου έκανε”
“Αυτά τα άτακτα παιδιά δοκιμάζουν τα νεύρα μου/την υπομονή μου”
“Για δοκίμασε!”
“Ας δοκιμάσει, και θα δει”
“Δοκίμασα μεγάλη απογοήτευση, χαρά, λαχτάρα, έκπληξη”
“Δοκιμάστηκε σκληρά όταν πήγε μετανάστης/έχασε τη γυναίκα του/έμεινε άνεργος”
“Δοκιμασμένη γυναίκα (ταλαιπωρημένη, πέρασε μεγάλες δοκιμασίες”
“Δοκιμασμένος πολιτικός/γιατρός/δικηγόρος (έχει δοκιμαστεί στην πράξη και έχει κριθεί πολύ καλός, έμπειρος σε αντιδιαστολή προς το πρωτάρης, αδόκιμος, αγνώστων ικανοτήτων)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.