Σημασία του δοκιμάζω | Babel Free
ðo.ciˈma.zoΟρισμοί
- προσπαθώ να λύσω ένα πρόβλημα ή να ξεπεράσω μια δυσκολία αλλάζοντας προσέγγιση, κάνοντας κάτι διαφορετικό, αποπειρώμαι να αντιμετωπίσω κάτι
- κάνω δοκιμές, εξετάζω αν κάτι ταιριάζει/αρέσει σε εμένα ή σε κάποιον άλλον
- προσπαθώ να βρω τα όρια αντοχής, ταλαιπωρώ, βάζω τον άλλο σε δοκιμασία δυσάρεστη
- έκφραση πρόκλησης, υποτίμησης, η οποία προδικάζει ότι ο άλλος αν αποπειραθεί, προσπαθήσει να κάνει κάτι, δε θα τα καταφέρει
- αισθάνομαι, βιώνω, γεύομαι
-
δοκιμάζομαι: περνώ μεγάλη δοκιμασία, δυσκολία, στενοχώρια, αλλά και κρίνομαι, ελέγχομαι passive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of δοκιμάζω.
Ισοδύναμα
Bosanski
isprobati
isprobavati
nastojati
probati
taste
tašte
test
težiti
trsiti
испробати
настојати
проба
пробати
трсити
Català
provar
Esperanto
provi
Gàidhlig
feuch
Galego
ensaio
עברית
ניסה
हिन्दी
चखना
Hrvatski
isprobati
isprobavati
nastojati
probati
taste
tašte
test
težiti
trsiti
испробати
настојати
проба
пробати
трсити
Magyar
kipróbál
Íslenska
mata
한국어
보다
Română
gusta
Српски
isprobati
isprobavati
nastojati
probati
tašte
taste
test
težiti
trsiti
испробати
настојати
проба
пробати
трсити
ไทย
ล่อง
Türkçe
sınamak
Українська
міряти
перевіря́ти
перевіряти
попробувати
примі́рити
примі́рювати
приміряти
проба
про́бувати
пробувати
спробувати
中文
試用
繁體中文
試用
Παραδείγματα
“Δοκίμασες ποτέ πίτσα με ανανά;”
Have you ever tried pineapple pizza?
“Δοκίμασε να σκαρφαλώσει το βουνό.”
He tried to climb the mountain.
“Δοκίμασα να μπω στον ιστότοπο με άλλο φυλλομετρητή αλλά τα ίδια”
“Δοκίμασα και άλλοτε να κόψω το τσιγάρο/να τον χωρίσω για να βρω την ησυχία μου κ.λπ.”
“Δοκίμασαν τη θεραπεία σε μια ομάδα 35 ανθρώπων με ελαφρά έως βαριά συμπτώματα”
“Δοκίμασες ποτέ πίτσα με ανανά; Θα εκπλαγείς!”
“Δοκίμασα πέντε ζευγάρια αλλά κανένα δε μου έκανε”
“Αυτά τα άτακτα παιδιά δοκιμάζουν τα νεύρα μου/την υπομονή μου”
“Για δοκίμασε!”
“Ας δοκιμάσει, και θα δει”
“Δοκίμασα μεγάλη απογοήτευση, χαρά, λαχτάρα, έκπληξη”
“Δοκιμάστηκε σκληρά όταν πήγε μετανάστης/έχασε τη γυναίκα του/έμεινε άνεργος”
“Δοκιμασμένη γυναίκα (ταλαιπωρημένη, πέρασε μεγάλες δοκιμασίες”
“Δοκιμασμένος πολιτικός/γιατρός/δικηγόρος (έχει δοκιμαστεί στην πράξη και έχει κριθεί πολύ καλός, έμπειρος σε αντιδιαστολή προς το πρωτάρης, αδόκιμος, αγνώστων ικανοτήτων)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free