Conjugation of δοκιμάζω
ðo.ciˈma.zoπροσπαθώ να λύσω ένα πρόβλημα ή να ξεπεράσω μια δυσκολία αλλάζοντας προσέγγιση, κάνοντας κάτι διαφορετικό, αποπειρώμαι να αντιμετωπίσω κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δοκιμάζω |
| εσύ | δοκιμάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοκιμάζει |
| εμείς | δοκιμάζουμε |
| εσείς | δοκιμάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοκιμάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | δοκίμαζα |
| εσύ | δοκίμαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοκίμαζε |
| εμείς | δοκιμάζαμε |
| εσείς | δοκιμάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοκίμαζαν |
Αόριστος
| εγώ | δοκίμασα |
| εσύ | δοκίμασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοκίμασε |
| εμείς | δοκιμάσαμε |
| εσείς | δοκιμάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοκίμασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δοκιμάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δοκιμάσω |
| εσύ | δοκιμάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοκιμάσει |
| εμείς | δοκιμάσουμε |
| εσείς | δοκιμάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοκιμάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δοκίμαζε |
| εσείς | δοκιμάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δοκίμασε |
| εσείς | δοκιμάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δοκιμάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δοκιμάζομαι |
| εσύ | δοκιμάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοκιμάζεται |
| εμείς | δοκιμαζόμαστε |
| εσείς | δοκιμάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοκιμάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | δοκιμαζόμουν |
| εσύ | δοκιμαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοκιμαζόταν |
| εμείς | δοκιμαζόμασταν |
| εσείς | δοκιμαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοκιμάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | δοκιμάστηκα |
| εσύ | δοκιμάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοκιμάστηκε |
| εμείς | δοκιμαστήκαμε |
| εσείς | δοκιμαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοκιμάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δοκιμαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δοκιμαστώ |
| εσύ | δοκιμαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοκιμαστεί |
| εμείς | δοκιμαστούμε |
| εσείς | δοκιμαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοκιμαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δοκιμάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δοκιμάσου |
| εσείς | δοκιμαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δοκιμαστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.