HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δοκιμάζω — definition

Conjugation of δοκιμάζω

Regular CEFR C2
ðo.ciˈma.zo

προσπαθώ να λύσω ένα πρόβλημα ή να ξεπεράσω μια δυσκολία αλλάζοντας προσέγγιση, κάνοντας κάτι διαφορετικό, αποπειρώμαι να αντιμετωπίσω κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δοκιμάζω
εσύ δοκιμάζεις
αυτός / αυτή / αυτό δοκιμάζει
εμείς δοκιμάζουμε
εσείς δοκιμάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά δοκιμάζουν
Παρατατικός
εγώ δοκίμαζα
εσύ δοκίμαζες
αυτός / αυτή / αυτό δοκίμαζε
εμείς δοκιμάζαμε
εσείς δοκιμάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά δοκίμαζαν
Αόριστος
εγώ δοκίμασα
εσύ δοκίμασες
αυτός / αυτή / αυτό δοκίμασε
εμείς δοκιμάσαμε
εσείς δοκιμάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δοκίμασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δοκιμάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δοκιμάσω
εσύ δοκιμάσεις
αυτός / αυτή / αυτό δοκιμάσει
εμείς δοκιμάσουμε
εσείς δοκιμάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δοκιμάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δοκίμαζε
εσείς δοκιμάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δοκίμασε
εσείς δοκιμάστε
Απαρέμφατο αορίστου
δοκιμάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δοκιμάζομαι
εσύ δοκιμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δοκιμάζεται
εμείς δοκιμαζόμαστε
εσείς δοκιμάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δοκιμάζονται
Παρατατικός
εγώ δοκιμαζόμουν
εσύ δοκιμαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δοκιμαζόταν
εμείς δοκιμαζόμασταν
εσείς δοκιμαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δοκιμάζονταν
Αόριστος
εγώ δοκιμάστηκα
εσύ δοκιμάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό δοκιμάστηκε
εμείς δοκιμαστήκαμε
εσείς δοκιμαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δοκιμάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δοκιμαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δοκιμαστώ
εσύ δοκιμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό δοκιμαστεί
εμείς δοκιμαστούμε
εσείς δοκιμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δοκιμαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δοκιμάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δοκιμάσου
εσείς δοκιμαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δοκιμαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary