δοκιμάσατε
Ορισμοί
β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
Παραδείγματα
“Δοκιμάσατε ποτέ αυτό το παραδοσιακό γλυκό;”
Have you ever tried this traditional sweet?
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free