HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διόδιο | Babel Free

Noun CEFR B1
/ðiˈo.ði.o/

Ορισμοί

  1. το κόστος χρήσης αυτοκινητοδρόμων
  2. διόδια: ο σταθμός όπου πρέπει ο οδηγός να σταματήσει και να πληρώσει για να συνεχίσει την πορεία του
    plural

Παραδείγματα

“※ Μια σκέψη που υπάρχει είναι να μη διατηρηθεί το ενιαίο διόδιο για όλο το 24ωρο. Δηλαδή οι οδηγοί που κυκλοφορούν στην Αττική οδό σε ώρες μη αιχμής να πληρώνουν φθηνότερο διόδιο και όσοι κυκλοφορούν τις ώρες της αιχμής να πληρώνουν ακριβότερο. (*)”
“η τροχαία είχε κάνει μπλόκο στα διόδια της Κορίνθου”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διόδιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course