Meaning of διόδιο | Babel Free
/ðiˈo.ði.o/Ορισμοί
- το κόστος χρήσης αυτοκινητοδρόμων
-
διόδια: ο σταθμός όπου πρέπει ο οδηγός να σταματήσει και να πληρώσει για να συνεχίσει την πορεία του plural
Παραδείγματα
“※ Μια σκέψη που υπάρχει είναι να μη διατηρηθεί το ενιαίο διόδιο για όλο το 24ωρο. Δηλαδή οι οδηγοί που κυκλοφορούν στην Αττική οδό σε ώρες μη αιχμής να πληρώνουν φθηνότερο διόδιο και όσοι κυκλοφορούν τις ώρες της αιχμής να πληρώνουν ακριβότερο. (*)”
“η τροχαία είχε κάνει μπλόκο στα διόδια της Κορίνθου”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.