HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δίοδος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. δρόμος που οδηγεί από ένα σημείο σε άλλο, πέρασμα
  2. η ενέργεια της διέλευσης μέσα από οριοθετημένο διάστημα, το πέρασμα
  3. δρόμος διεξόδου, πέρασμα προς
    figuratively
  4. ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιτρέπει την κίνηση του ρεύματος μόνο προς μία κατεύθυνση

Ισοδύναμα

37 more languages

Παραδείγματα

“απαγορεύεται η δίοδος”
δεν υπάρχει δίοδος προς τη θάλασσα”
για την ανόρθωση του ρεύματος χρησιμοποιούμε μία δίοδο”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δίοδος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free