Meaning of δίοδος | Babel Free
Ορισμοί
- δρόμος που οδηγεί από ένα σημείο σε άλλο, πέρασμα
- η ενέργεια της διέλευσης μέσα από οριοθετημένο διάστημα, το πέρασμα
-
δρόμος διεξόδου, πέρασμα προς figuratively
- ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιτρέπει την κίνηση του ρεύματος μόνο προς μία κατεύθυνση
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“απαγορεύεται η δίοδος”
“δεν υπάρχει δίοδος προς τη θάλασσα”
“για την ανόρθωση του ρεύματος χρησιμοποιούμε μία δίοδο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.