Meaning of δημοτικός | Babel Free
/ði.mo.tiˈkos/Ορισμοί
- που ανήκει σε έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ένα δήμο
- που είναι συλλογικό δημιούργημα του λαού και όχι (ενός επώνυμου δημιουργού)· που ανήκει στη λαϊκή παράδοση ή την ακολουθεί
- για τη γλώσσα που μιλιέται ή για τη γραφή που χρησιμοποιείται από το λαό (και όχι από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα)
Ισοδύναμα
English
demotic
Παραδείγματα
“δημοτική αρχή”
municipal authority
“δημοτικοί άρχοντες”
municipal officials (the mayor and the council
“δημοτική μουσική”
folk music
“δημοτικό τραγούδι”
folk song
“δημοτικό διαμέρισμα, δημοτική αστυνομία”
“δημοτικό τραγούδι, δημοτική μουσική”
“η δημοτική γλώσσα, η δημοτική αιγυπτιακή γραφή”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.