HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δημοτικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
ði.mo.tiˈkos

Ορισμοί

  1. που ανήκει σε έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ένα δήμο
  2. που είναι συλλογικό δημιούργημα του λαού και όχι (ενός επώνυμου δημιουργού)· που ανήκει στη λαϊκή παράδοση ή την ακολουθεί
  3. για τη γλώσσα που μιλιέται ή για τη γραφή που χρησιμοποιείται από το λαό (και όχι από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα)

Ισοδύναμα

26 more languages
العربيةبلديتقليدي
Gaeilgecoiteann
Bahasa Indonesiaadatirakyattradisional
Latviešutautisks
Nederlandsmunicipaal
Portuguêsfolkmunicipal
Românăedilitar

Παραδείγματα

“δημοτική αρχή”

municipal authority

“δημοτικοί άρχοντες”

municipal officials (the mayor and the council

“δημοτική μουσική”

folk music

“δημοτικό τραγούδι”

folk song

“δημοτικό διαμέρισμα, δημοτική αστυνομία”
“δημοτικό τραγούδι, δημοτική μουσική”
“η δημοτική γλώσσα, η δημοτική αιγυπτιακή γραφή”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δημοτικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free