δημοτικός
Ορισμοί
- που ανήκει σε έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ένα δήμο
- που είναι συλλογικό δημιούργημα του λαού και όχι (ενός επώνυμου δημιουργού)· που ανήκει στη λαϊκή παράδοση ή την ακολουθεί
- για τη γλώσσα που μιλιέται ή για τη γραφή που χρησιμοποιείται από το λαό (και όχι από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα)
Ισοδύναμα
26 more languages
DeutschalthergebrachtdemotischDimotikietabliertherkömmlichkommunalmunizipalstädtischtraditionellUmgangsspracheumgangssprachlichVolkvolklichvolkstümlich
Suomikansanomainenkunnallinenperinnäinenperinteellinenperinteikäsperinteinenrahvaanomainentraditionaalinenvanhan ajan
Gaeilgecoiteann
Latviešutautisks
Nederlandsmunicipaal
Polskidemotycznydemotykafolkfolklorfolkowykapelakomunalnykonwencjonalnyludludowymiejskimunicypalnypismo demotycznetradycjonalnytradycyjnyzwyczajowy
Românăedilitar
Παραδείγματα
“δημοτική αρχή”
municipal authority
“δημοτικοί άρχοντες”
municipal officials (the mayor and the council
“δημοτική μουσική”
folk music
“δημοτικό τραγούδι”
folk song
“δημοτικό διαμέρισμα, δημοτική αστυνομία”
“δημοτικό τραγούδι, δημοτική μουσική”
“η δημοτική γλώσσα, η δημοτική αιγυπτιακή γραφή”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free