HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του δελεάζω | Babel Free

Ρήμα CEFR B1
ðe.leˈa.zo

Ορισμοί

  1. προσπαθώ να πείσω κάποιον (ο οποίος συχνά διστάζει για ηθικούς ή πρακτικούς λόγους) να προβεί σε κάποια ενέργεια, προβάλλοντάς του ένα κέρδος που θα έχει, ένα δέλεαρ
  2. αποτελώ δέλεαρ, κίνητρο για μια πράξη, για την οποία συχνά υπάρχουν δισταγμοί, ηθικές ή άλλου είδους αναστολές

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of δελεάζω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

العربية أغوى استهوى بهر خبب فتن
Čeština svádět svést
Français appâter tenter
עברית העמיס
Bahasa Indonesia menggoda
Italiano seduce
日本語 惑わす 誘う 誘惑
한국어 건드리다
Tiếng Việt cám dỗ dụ dỗ quyến rũ ve vãn

Παραδείγματα

“※ Συνολικά οι απολαβές του θα ξεπερνούν το 1 εκατ. ευρώ, ενώ υπήρχε η πληροφορία ότι για να τον δελεάσει του υποσχέθηκε το 15% σε περίπτωση μεταγραφής του σε ομάδα του εξωτερικού! ("Με e-mail οι προτάσεις σε Σκόκο και Μπλάνκο", εφημερίδα Απογευματινή, 15 Σεπτεμβρίου 2010)”
“※ Είναι το μεγάλο ποσό που τους δελεάζει ... Ερχονται να παίξουν ακόμα και όσοι συνήθως δεν παίζουν...» ("Κοσμοσυρροή για τον «χρυσό» Τζόκερ", εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 15 Απριλίου 2010)”
“※ «Δεν έχει υπάρξει μεγαλύτερο κακό για τους ανθρώπους από το χρήμα. Καταστρέφει ψυχές και πολιτείες, ωθεί τους ανθρώπους στην τυχοδιωκτική ζωή, δελεάζει και διαφθείρει τους τίμιους, τους παρασύρει σε ανήθικες πράξεις. Το χρήμα δίδαξε στους ανθρώπους τον δόλο» έλεγε ο Σοφοκλής. (εφημεριδα Καθημερινή, 22 Μαΐου 2009)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δελεάζω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free