Conjugation of δελεάζω
ðe.leˈa.zoπροσπαθώ να πείσω κάποιον (ο οποίος συχνά διστάζει για ηθικούς ή πρακτικούς λόγους) να προβεί σε κάποια ενέργεια, προβάλλοντάς του ένα κέρδος που θα έχει, ένα δέλεαρ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δελεάζω |
| εσύ | δελεάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δελεάζει |
| εμείς | δελεάζουμε |
| εσείς | δελεάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δελεάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | δελέαζα |
| εσύ | δελέαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δελέαζε |
| εμείς | δελεάζαμε |
| εσείς | δελεάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δελέαζαν |
Αόριστος
| εγώ | δελέασα |
| εσύ | δελέασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δελέασε |
| εμείς | δελεάσαμε |
| εσείς | δελεάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δελέασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δελεάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δελεάσω |
| εσύ | δελεάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δελεάσει |
| εμείς | δελεάσουμε |
| εσείς | δελεάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δελεάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δελέαζε |
| εσείς | δελεάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δελέασε |
| εσείς | δελεάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δελεάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δελεάζομαι |
| εσύ | δελεάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δελεάζεται |
| εμείς | δελεαζόμαστε |
| εσείς | δελεάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δελεάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | δελεαζόμουν |
| εσύ | δελεαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δελεαζόταν |
| εμείς | δελεαζόμασταν |
| εσείς | δελεαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δελεάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | δελεάστηκα |
| εσύ | δελεάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δελεάστηκε |
| εμείς | δελεαστήκαμε |
| εσείς | δελεαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δελεάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δελεαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δελεαστώ |
| εσύ | δελεαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δελεαστεί |
| εμείς | δελεαστούμε |
| εσείς | δελεαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δελεαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δελεάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δελεάσου |
| εσείς | δελεαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δελεαστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.