HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δελεάζω — definition

Conjugation of δελεάζω

Regular CEFR B1
ðe.leˈa.zo

προσπαθώ να πείσω κάποιον (ο οποίος συχνά διστάζει για ηθικούς ή πρακτικούς λόγους) να προβεί σε κάποια ενέργεια, προβάλλοντάς του ένα κέρδος που θα έχει, ένα δέλεαρ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δελεάζω
εσύ δελεάζεις
αυτός / αυτή / αυτό δελεάζει
εμείς δελεάζουμε
εσείς δελεάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά δελεάζουν
Παρατατικός
εγώ δελέαζα
εσύ δελέαζες
αυτός / αυτή / αυτό δελέαζε
εμείς δελεάζαμε
εσείς δελεάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά δελέαζαν
Αόριστος
εγώ δελέασα
εσύ δελέασες
αυτός / αυτή / αυτό δελέασε
εμείς δελεάσαμε
εσείς δελεάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δελέασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δελεάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δελεάσω
εσύ δελεάσεις
αυτός / αυτή / αυτό δελεάσει
εμείς δελεάσουμε
εσείς δελεάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δελεάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δελέαζε
εσείς δελεάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δελέασε
εσείς δελεάστε
Απαρέμφατο αορίστου
δελεάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δελεάζομαι
εσύ δελεάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δελεάζεται
εμείς δελεαζόμαστε
εσείς δελεάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δελεάζονται
Παρατατικός
εγώ δελεαζόμουν
εσύ δελεαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δελεαζόταν
εμείς δελεαζόμασταν
εσείς δελεαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δελεάζονταν
Αόριστος
εγώ δελεάστηκα
εσύ δελεάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό δελεάστηκε
εμείς δελεαστήκαμε
εσείς δελεαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δελεάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δελεαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δελεαστώ
εσύ δελεαστείς
αυτός / αυτή / αυτό δελεαστεί
εμείς δελεαστούμε
εσείς δελεαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δελεαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δελεάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δελεάσου
εσείς δελεαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δελεαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary