Meaning of δαπάνη | Babel Free
/ðaˈpa.ni/Ορισμοί
- το να δίνει κάποιος ένα χρηματικό ποσό για ένα αγαθό ή υπηρεσία
- το χρηματικό ποσό που κάποιος δαπανά
-
το ξόδεμα (δυνάμεων, πόρων κλπ) figuratively
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.