HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του Έξοδο | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος για να καλύψει τις ανάγκες του
  2. αιτιατική ενικού του έξοδος
    accusative, singular

Ισοδύναμα

Català despesa despesa
Čeština výdaj vydání výloha
Esperanto elspezo
Español gasto gasto
Magyar költség
Italiano dispendio esborso spesa spesa spesa
日本語
한국어
Nederlands kosten
Polski ekspens koszt nakładowy wydatek
Português despesa gasto gasto gasto
Română cheltuială
Svenska kostnad
Türkçe harcama masraf
Українська видатковий
中文 代價
ZH-TW 代價

Παραδείγματα

“το παιδί τους μπήκε στο πανεπιστήμιο και έχουν να αντιμετωπίσουν τα έξοδα της πρώτης εγκατάστασης σε άλλη πόλη”
“δεν είναι και μεγάλο έξοδο να παίρνεις μια εφημερίδα κάθε μέρα”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Έξοδο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free