Meaning of Έξοδο | Babel Free
Ορισμοί
- χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος για να καλύψει τις ανάγκες του
-
αιτιατική ενικού του έξοδος accusative, singular
Ισοδύναμα
English
Expenditure
Παραδείγματα
“το παιδί τους μπήκε στο πανεπιστήμιο και έχουν να αντιμετωπίσουν τα έξοδα της πρώτης εγκατάστασης σε άλλη πόλη”
“δεν είναι και μεγάλο έξοδο να παίρνεις μια εφημερίδα κάθε μέρα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.