HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

Έξοδο

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος για να καλύψει τις ανάγκες του
  2. αιτιατική ενικού του έξοδος
    accusative, singular

Ισοδύναμα

Españolgasto
19 more languages

Παραδείγματα

“το παιδί τους μπήκε στο πανεπιστήμιο και έχουν να αντιμετωπίσουν τα έξοδα της πρώτης εγκατάστασης σε άλλη πόλη”
δεν είναι και μεγάλο έξοδο να παίρνεις μια εφημερίδα κάθε μέρα”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Έξοδο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free