HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Έξοδο | Babel Free

Noun masculine CEFR B1

Ορισμοί

  1. χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος για να καλύψει τις ανάγκες του
  2. αιτιατική ενικού του έξοδος
    accusative, singular

Ισοδύναμα

English Expenditure

Παραδείγματα

“το παιδί τους μπήκε στο πανεπιστήμιο και έχουν να αντιμετωπίσουν τα έξοδα της πρώτης εγκατάστασης σε άλλη πόλη”
“δεν είναι και μεγάλο έξοδο να παίρνεις μια εφημερίδα κάθε μέρα”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Έξοδο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course