HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γεράκι | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ʝeˈɾa.ci/

Ορισμοί

  1. γενική ονομασία αρπαχτικών ημερόβιων πτηνών με γαμψά νύχια και ράμφος, μακριές φτερούγες και οξύτατη όραση
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. ο φιλοπόλεμος αξιωματούχος
    figuratively

Ισοδύναμα

English Falcon Hawk

Παραδείγματα

“※ Το φως του φακού έπεσε πάνω σε πουλιά που στέκονταν πάνω σε σιδερένιες βάσεις οι οποίες ήταν σφηνωμένες στους τοίχους. Στην αρχή όλοι έκαναν πίσω φοβισμένοι, γιατί τα πουλιά, αετοί και γεράκια, φαίνονταν έτοιμα να πετάξουν, σαν να ήταν ζωντανά (Χρύσα Σπυροπούλου, Αναζητώντας το χρυσόμαλλο δέρας, εκδόσεις Καστανιώτη, 2013)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γεράκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course