Meaning of πηλοφόρι | Babel Free
/piloˈfoɾi/Ορισμοί
βοηθητικό οικοδομικό εργαλείο που αποτελείται από ένα επίπεδο τμήμα και ένα χερούλι στο κάτω μέρος που χρησιμοποιείται για να έχει, ο εργάτης, εύκολη πρόσβαση σε μικρή ποσότητα λάσπης
Ισοδύναμα
English
Hawk
Παραδείγματα
“Η δουλειά κάνει τους άντρες, Το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί.”
Hard work makes the man, The building site, the mortarboard, the trowel.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.