πηλοφόρι
Ορισμοί
βοηθητικό οικοδομικό εργαλείο που αποτελείται από ένα επίπεδο τμήμα και ένα χερούλι στο κάτω μέρος που χρησιμοποιείται για να έχει, ο εργάτης, εύκολη πρόσβαση σε μικρή ποσότητα λάσπης
Ισοδύναμα
19 more languages
Bosanskiсокол
DeutschDoktorhutFalkeGlättkelleHabichthausierenKellekolportierenMörtelbrettReibebrettSponsionshutTraufel
Hrvatskiсокол
한국어鷹
Te Reo Māoriwharo
Portuguêsfalcão
Српскисокол
Παραδείγματα
“Η δουλειά κάνει τους άντρες, Το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί.”
Hard work makes the man, The building site, the mortarboard, the trowel.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free