HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βοσκός | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/voˈskos/

Ορισμοί

  1. αυτός που ασχολείται με τη βόσκηση των ζώων, τα οδηγεί στους βοσκότοπους και τα επιτηρεί
  2. ανδρικό επώνυμο

Παραδείγματα

“※ Την Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022 και ώρα 19.00 στην Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών (κεντρικό κτήριο, Πανεπιστημίου 30) θα πραγματοποιηθεί η τελετή επίδοσης Τιμητικού Τόμου στον Ομότιμο Καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρέα Ι. Βοσκό.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βοσκός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course