Meaning of βοσκός | Babel Free
/voˈskos/Ορισμοί
- αυτός που ασχολείται με τη βόσκηση των ζώων, τα οδηγεί στους βοσκότοπους και τα επιτηρεί
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Την Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022 και ώρα 19.00 στην Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών (κεντρικό κτήριο, Πανεπιστημίου 30) θα πραγματοποιηθεί η τελετή επίδοσης Τιμητικού Τόμου στον Ομότιμο Καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρέα Ι. Βοσκό.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.