Meaning of τσέλιγκας | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αυτός που έχει στην κατοχή του πολλά αιγοπρόβατα (συνήθως πάνω από πεντακόσια)
- που είναι αρχηγός σε ένα τσελιγκάτο
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.