Σημασία του βαρύθυμος | Babel Free
vaˈɾi.θi.mosΙσοδύναμα
Čeština
mrzutý
Suomi
nyreissään
Italiano
aggrondato
aggrondato
aggrottato
aggrottato
bieco
cupo
imbronciata
imbronciata
imbronciate
imbronciate
imbronciati
imbronciati
imbronciato
imbronciato
immusonito
immusonito
scontrosi
scontrosi
scontroso
scontroso
tetro
한국어
黯
Latviešu
īgt
Türkçe
asık suratlı
Παραδείγματα
“※ Ήταν βαρύθυμος με μάτια τόσο κόκκινα και πρησμένα σαν να 'χε κλάψει ώρες. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“※ Το κοινό βέβαια ήταν κάπως ανομοιογενές, γιατί δίπλα στους «γιεγιέδες» καθόντουσαν οι δικοί μας βαρύθυμοι και όλο γκρίνια. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free