Meaning of βαρύθυμος | Babel Free
/vaˈɾi.θi.mos/Ορισμοί
που δεν βρίσκεται σε καλή ψυχολογική κατάσταση
Παραδείγματα
“※ Ήταν βαρύθυμος με μάτια τόσο κόκκινα και πρησμένα σαν να 'χε κλάψει ώρες. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“※ Το κοινό βέβαια ήταν κάπως ανομοιογενές, γιατί δίπλα στους «γιεγιέδες» καθόντουσαν οι δικοί μας βαρύθυμοι και όλο γκρίνια. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.