Σημασία του αφοπλίζω | Babel Free
Ορισμοί
- αφαιρώ από κάποιον τα όπλα
- περιορίζω τις στρατιωτικές δυνάμεις και τον οπλισμό ενός κράτους
-
εξουδετερώνω broadly
-
αποδυναμώνω τα επιχειρήματα κάποιου ή περιορίζω τη δυνατότητα να υπερασπίζει τις ενέργειές του figuratively
-
γοητεύω, κερδίζω τη συμπάθεια και την αποδοχή κάποιου ο οποίος έτρεφε αισθήματα εχθρικά συναισθήματα figuratively
Ισοδύναμα
العربية
تفكك
Bosanski
rasklapati
rasklopiti
razoružati
razoružavati
разоружавати
разоружати
расклапати
расклопити
Gaeilge
dí-armáil
Gàidhlig
dì-armaich
עברית
פירק
Hrvatski
rasklapati
rasklopiti
razoružati
razoružavati
разоружавати
разоружати
расклапати
расклопити
Polski
demontować
destruować
rozbierać
rozbrajać
rozbroić
rozebrać
rozkręcać
rozkręcić
rozładować
rozładowywać
zdemontować
Português
desarmar
Русский
обезвредить
обезвреживать
разоружать
разоружаться
разоружа́ться
разоружи́ться
сложи́ть ору́жие
Sesotho
retla
ไทย
กู้
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free