αφοπλίζω
Ορισμοί
- αφαιρώ από κάποιον τα όπλα
- περιορίζω τις στρατιωτικές δυνάμεις και τον οπλισμό ενός κράτους
-
εξουδετερώνω broadly
-
αποδυναμώνω τα επιχειρήματα κάποιου ή περιορίζω τη δυνατότητα να υπερασπίζει τις ενέργειές του figuratively
-
γοητεύω, κερδίζω τη συμπάθεια και την αποδοχή κάποιου ο οποίος έτρεφε αισθήματα εχθρικά συναισθήματα figuratively
Ισοδύναμα
23 more languages
العربيةتفكك
Gaeilgedí-armáil
Gàidhligdì-armaich
עבריתפירק
Polskidemontowaćdestruowaćrozbieraćrozbrajaćrozbroićrozebraćrozkręcaćrozkręcićrozładowaćrozładowywaćzdemontować
Portuguêsdesarmar
Sesothoretla
ไทยกู้
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free