Meaning of απόγειο | Babel Free
/aˈpo.ʝi.o/Ορισμοί
- το σημείο της ελλειπτικής τροχιάς ενός ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου όπου η απόσταση από τη Γη είναι η μέγιστη.
-
το αποκορύφωμα, το ανώτερο σημείο figuratively
-
παλαμάρι, χοντρό ναυτικό σκοινί (όπως το ελληνιστικό ἀπόγειον - εννοείται το ουσιαστικό πεῖσμα (σκοινί, στον Όμηρο: σκοινί πλοίου), ή σχοινίον)
dated
-
ο ψυχρός απόγειος άνεμος idiomatic
-
ψυχρός αέρας general, idiomatic
-
η παγερή πρωινή δροσιά idiomatic
-
η δροσιά από βροχή idiomatic
Παραδείγματα
“※ Στις 20.44 το βράδυ της Κυριακής (ώρα Ελλάδας) το φεγγάρι θα βρεθεί στο λεγόμενο περίγειο, δηλαδή στην ελάχιστη απόσταση από τον μητρικό του πλανήτη, που είναι περίπου 357.000 χιλιόμετρα. Αυτό θα συμβεί μόλις 26 λεπτά πριν το φεγγάρι περάσει επίσημα στη φάση της πανσελήνου. Σύμφωνα με τη NASA, η «υπερπανσέληνος» αυτή θα είναι έως και 14% μεγαλύτερη και 30% πιο λαμπρή από ό,τι οι πανσέληνοι στο απόγειο, όταν η Σελήνη βρίσκεται στη μέγιστη απόστασή της. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
“στο απόγειο της καριέρας του”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.