Meaning of αποπλέω | Babel Free
/a.poˈple.o/Ορισμοί
: πλέω από λιμάνι ή όρμο, αναχωρώ με πλοίο, ή άλλο πλωτό μέσο
Ισοδύναμα
English
set sail
Παραδείγματα
“※ Στις δύο από τα μεσάνυχτα της 25ης του Νοέμβρη του 1956 ογδόντα δύο άντρες αποπλέανε από το Μεξικό για το νησί της Κούβας. (Έλλη Αλεξίου (1974) Ερνέστο Γκεβάρα [δοκίμιο])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.