Conjugation of αποπλέω
a.poˈple.o: πλέω από λιμάνι ή όρμο, αναχωρώ με πλοίο, ή άλλο πλωτό μέσο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποπλέω |
| εσύ | αποπλέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποπλέει |
| εμείς | αποπλέουμε |
| εσείς | αποπλέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποπλέουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέπλεα |
| εσύ | απέπλεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέπλεε |
| εμείς | αποπλέαμε |
| εσείς | αποπλέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέπλεαν |
Αόριστος
| εγώ | απέπλευσα |
| εσύ | απέπλευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέπλευσε |
| εμείς | αποπλεύσαμε |
| εσείς | αποπλεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέπλευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποπλεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποπλεύσω |
| εσύ | αποπλεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποπλεύσει |
| εμείς | αποπλεύσουμε |
| εσείς | αποπλεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποπλεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απόπλεε |
| εσείς | αποπλέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόπλευσε |
| εσείς | αποπλεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποπλεύσει |