HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποπλέω — definition

Conjugation of αποπλέω

Regular CEFR B1
a.poˈple.o

: πλέω από λιμάνι ή όρμο, αναχωρώ με πλοίο, ή άλλο πλωτό μέσο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποπλέω
εσύ αποπλέεις
αυτός / αυτή / αυτό αποπλέει
εμείς αποπλέουμε
εσείς αποπλέετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποπλέουν
Παρατατικός
εγώ απέπλεα
εσύ απέπλεες
αυτός / αυτή / αυτό απέπλεε
εμείς αποπλέαμε
εσείς αποπλέατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέπλεαν
Αόριστος
εγώ απέπλευσα
εσύ απέπλευσες
αυτός / αυτή / αυτό απέπλευσε
εμείς αποπλεύσαμε
εσείς αποπλεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέπλευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποπλεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποπλεύσω
εσύ αποπλεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποπλεύσει
εμείς αποπλεύσουμε
εσείς αποπλεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποπλεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόπλεε
εσείς αποπλέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόπλευσε
εσείς αποπλεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποπλεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary