Meaning of απαντάω | Babel Free
/a.panˈda.o/Ορισμοί
-
δίνω απάντηση σε ερώτημα, αποκρίνομαι intransitive
-
φέρνω ένα αντεπιχείρημα σε διάλογο figuratively, intransitive
-
αντιδρώ σε κάτι figuratively, intransitive
-
(λόγιο, με παθητική φωνή απαντώμαι intransitive
-
συναντώ τυχαία literary, transitive, vulgar
Παραδείγματα
“Αυτή η έκφραση απαντά μόνον σε κείμενα του 19ου αιώνα.”
This expression is found only in 19th century texts.
“sometimes, passive voice is used with active meaning)”
“※ «Η Ιωάννα δεν απάντησε, τηρώντας την απόφαση που είχε πάρει να μη μιλήσει καθόλου.» (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”
“Και τι απάντησε η πολιτική αγωγή στα επιχειρήματα του συνηγόρου;”
“Κι εκείνος πώς απάντησε σε αυτή την πρόκληση;”
“Τον απάντησα στο κέντρο, ενώ έψαχνα για ταξί”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.