απαίτηση
Ορισμοί
- αυτό που απαιτώ, που ζητώ οπωσδήποτε, επίμονα
- το δικαίωμα για διεκδίκηση ή για εκπλήρωση παροχής
-
«οι απαιτήσεις» αυτό που απαιτείται, είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να εκτελεστεί σωστά μια εργασία plural
- περιουσιακό στοιχείο που ανήκει στο κυκλοφορούν ενεργητικό και εκφράζει πληρωμές σε μετρητά που αναμένει μια οικονομική μονάδα από άλλη οικονομική μονάδα
Ισοδύναμα
15 more languages
Παραδείγματα
“Έχω την απαίτηση να είστε συνεπείς στις υποχρεώσεις σας.”
“> υπερώνυμα: αίτημα”
“Οι απαιτήσεις των καινούριων λειτουργικών συστημάτων σε τεχνολογικό υλικό είναι πολύ αυξημένες.”
“< υπώνυμα: πελάτες (εμπορική απαίτηση)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free