Meaning of αλοιφή | Babel Free
/a.liˈfi/Ορισμοί
- η παχύρρευστη ουσία που απλώνεται σε μια επιφάνεια (συχνά για θεραπευτικούς ή καλλυντικούς σκοπούς)
- οτιδήποτε αλείφεται
- , (συνήθως στον πληθυντικό) τα ορεκτικά σε παχύρρευστη μορφή όπως ταραμοσαλάτα, τζατζίκι, τυροσαλάτα, σκορδαλιά, χούμους, μελιτζανοσαλάτα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.