Meaning of αλοίφωμα | Babel Free
/aˈli.fo.ma/Ορισμοί
η ενέργεια του αλοιφώνω, το γάνωμα
Παραδείγματα
“※ Μπροστά σε μια νέα πλέον πραγματικότητα, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο Εθνικός Οργανισμός Ελληνικής Χειροτεχνίας (Ε.Ο.Ε.Χ.) εγκαινίασε ένα πρόγραμμα για την ενίσχυση των χειροτεχνικών επαγγελμάτων, όπως της υφαντικής, της ξυλογλυπτικής και της κεραμικής. Το τελευταίο περιελάμβανε τη μελέτη νέων σχημάτων, τη χρήση νέων υλικών αλοιφώματος καθώς και τρόπων παραγωγής πηλού.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.