Σημασία του ακόντιο | Babel Free
aˈkon.dioΟρισμοί
- βουνό της Βοιωτίας
- όπλο που αποτελείται από μακρύ ξύλινο κοντάρι, με μεταλλική συνήθως αιχμή, και εκτοξεύεται με το χέρι και χρησιμοποιούνταν στο κυνήγι ή στον πόλεμο (οπότε λεγόταν δόρυ)
- χωριό της Βοιωτίας
- ξύλινο κοντάρι που χρησιμοποιείται στον ακοντισμό
- εγκαταλελειμμένος οικισμός του νομού Καστοριάς
-
ο ακοντισμός figuratively
- ξύλινο κοντάρι μικρού μεγέθους το οποίο χρησιμοποιείται ως όργανο για τοπογραφικές μετρήσεις
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ανεβήκαμε στο Ακόντιο για να δούμε τη θέα της Βοιωτίας.”
We climbed Mount Akontio to see the view of Boeotia.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free