HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ακόντιο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
aˈkon.dio

Ορισμοί

  1. βουνό της Βοιωτίας
  2. όπλο που αποτελείται από μακρύ ξύλινο κοντάρι, με μεταλλική συνήθως αιχμή, και εκτοξεύεται με το χέρι και χρησιμοποιούνταν στο κυνήγι ή στον πόλεμο (οπότε λεγόταν δόρυ)
  3. χωριό της Βοιωτίας
  4. ξύλινο κοντάρι που χρησιμοποιείται στον ακοντισμό
  5. εγκαταλελειμμένος οικισμός του νομού Καστοριάς
  6. ο ακοντισμός
    figuratively
  7. ξύλινο κοντάρι μικρού μεγέθους το οποίο χρησιμοποιείται ως όργανο για τοπογραφικές μετρήσεις

Ισοδύναμα

42 more languages
Българскикопие
Češtinakopíoštěp
Cymraeggwaywffon
Danskspyd
Esperantoĵetlanco
Eestioda
Gaeilgesleá
Հայերենաշտենիզակ
Bahasa Indonesialembingtombak
日本語やり投げ槍槍矠
한국어戟扠矠창
Lietuviųakstis
Latviešušķēps
Te Reo Māoripūrou
Македонскиџилит
Bahasa Melayulembing
Nederlandslansspeerwerpspeerwerpspies
Românăsuliță
Slovenčinakopija
Slovenščinakopje
Српскиnabijačспис
Українськаспис
اردونیزہ
Tiếng Việtngọn giáo戈
中文矛
繁體中文矛

Παραδείγματα

“Ανεβήκαμε στο Ακόντιο για να δούμε τη θέα της Βοιωτίας.”

We climbed Mount Akontio to see the view of Boeotia.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ακόντιο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free