Meaning of ψείρα | Babel Free
/ˈpsi.ɾa/Ορισμοί
- άπτερο ζωύφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψείρας
-
τα πολύ μικρά γράμματα figuratively, plural
-
ανοησίες, βλακείες, ανούσια πράγματα figuratively, plural
-
πολύ μικρό ακουστικό ή μικρόφωνο (συνήθως στερεωμένο έτσι ώστε να μην είναι ορατό) figuratively
-
μικρό κοκαλάκι συνώνυμο του κκάμερ figuratively
Ισοδύναμα
English
Louse
Παραδείγματα
“※ Ποίος ή ποία καλείται γεγές ή γεγέδισα; Είναι κάτι νεαροί αξούριστοι και ακούρευτοι, με μακριά μαλλούρα, όπου μπορεί άνετα να στεγάζεται και να κυκλοφορεί η ψείρα. Διότι, η ψείρα κατά τον γεγέν, εκφράζει επίσης την εποχή (Μανώλης Νταλούκας, Ελληνικό ροκ: Iστορία της νεανικής κουλτούρας από τη γενιά του Xάους μέχρι το θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου: 1945-1990, εκδ. Άγκυρα, 2008, σελ. 185)”
“Πάλι τα παιδιά στο σχολείο γέμισαν ψείρες. Πρέπει να ενημερωθούν οι γονείς.”
“Συγνώμη, δεν μπορώ να διαβάσω αυτές τις ψείρες, γράψε σε παρακαλώ πιο μεγάλα γράμματα.”
“Γιατί ασχολείσαι με ψείρες; Δεν με ενδιαφέρει τι φόρεμα φορούσε στη δεξίωση η σταρ!.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.