HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ψείρα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ˈpsi.ɾa

Ορισμοί

  1. άπτερο ζωύφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψείρας
  3. τα πολύ μικρά γράμματα
    figuratively, plural
  4. ανοησίες, βλακείες, ανούσια πράγματα
    figuratively, plural
  5. πολύ μικρό ακουστικό ή μικρόφωνο (συνήθως στερεωμένο έτσι ώστε να μην είναι ορατό)
    figuratively
  6. μικρό κοκαλάκι συνώνυμο του κκάμερ
    figuratively

Ισοδύναμα

12 more languages
Češtinavěšvešves
DeutschBitLauslausenLuis
Galegopiollo
Magyartetű
Italianopidocchio
日本語
Nederlandshoofdluisluis
Portuguêspiolho
Русскийвошьгнида
Slovenčinavoš
Türkçebit

Παραδείγματα

“※ Ποίος ή ποία καλείται γεγές ή γεγέδισα; Είναι κάτι νεαροί αξούριστοι και ακούρευτοι, με μακριά μαλλούρα, όπου μπορεί άνετα να στεγάζεται και να κυκλοφορεί η ψείρα. Διότι, η ψείρα κατά τον γεγέν, εκφράζει επίσης την εποχή (Μανώλης Νταλούκας, Ελληνικό ροκ: Iστορία της νεανικής κουλτούρας από τη γενιά του Xάους μέχρι το θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου: 1945-1990, εκδ. Άγκυρα, 2008, σελ. 185)”
“Πάλι τα παιδιά στο σχολείο γέμισαν ψείρες. Πρέπει να ενημερωθούν οι γονείς.”
“Συγνώμη, δεν μπορώ να διαβάσω αυτές τις ψείρες, γράψε σε παρακαλώ πιο μεγάλα γράμματα.”
“Γιατί ασχολείσαι με ψείρες; Δεν με ενδιαφέρει τι φόρεμα φορούσε στη δεξίωση η σταρ!.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ψείρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free