HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χρωματίζω | Babel Free

Verb CEFR B2
/xɾo.maˈti.zo/

Ορισμοί

  1. χρησιμοποιώ χρώματα για να προσδώσω αποχρώσεις σε μια ζωγραφιά που δεν θέλω να είναι ασπρόμαυρη (για έπιπλα, χρηστικά αντικείμενα, ακίνητα, αυτοκινητα βάφω, εκτός κι αν είμαι παιδί)
  2. δίνω πνοή σε κάτι άψυχο ή προσθέτω μια νότα δική μου σε κάτι ή το αναπαριστώ ζωηρά
  3. χαρακτηρίζω κάτι ή κάποιον

Ισοδύναμα

English Brush color

Παραδείγματα

“Μαμά, να χρωματίσω τα καινούργια παπούτσια σου να μην είναι έτσι άσπρα;”
“Ζωγράφισε ρεαλιστικά με την ποίησή του τη ζωή της Πρέβεζας”
“Ένα χρέος ακάμωτο έννοιωθε πως τούμνησκε ακόμα, και μολονότι πολιτικό, το χρωμάτισε κι αυτό με θρησκευτική θωριά. (Εφταλιώτης, Ιστορία της Ρωμιοσύνης)”
“Τον χρωμάτισαν ως κομμουνιστή την εποχή που αυτό σήμαινε εξορία”
“Η συμπεριφορά του τον χρωμάτισε άθελά του και τον απέλυσαν το φοουκαρά για να μην τους ενοχλεί η χούντα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χρωματίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course