Meaning of χρωματίζω | Babel Free
/xɾo.maˈti.zo/Ορισμοί
- χρησιμοποιώ χρώματα για να προσδώσω αποχρώσεις σε μια ζωγραφιά που δεν θέλω να είναι ασπρόμαυρη (για έπιπλα, χρηστικά αντικείμενα, ακίνητα, αυτοκινητα βάφω, εκτός κι αν είμαι παιδί)
- δίνω πνοή σε κάτι άψυχο ή προσθέτω μια νότα δική μου σε κάτι ή το αναπαριστώ ζωηρά
- χαρακτηρίζω κάτι ή κάποιον
Παραδείγματα
“Μαμά, να χρωματίσω τα καινούργια παπούτσια σου να μην είναι έτσι άσπρα;”
“Ζωγράφισε ρεαλιστικά με την ποίησή του τη ζωή της Πρέβεζας”
“Ένα χρέος ακάμωτο έννοιωθε πως τούμνησκε ακόμα, και μολονότι πολιτικό, το χρωμάτισε κι αυτό με θρησκευτική θωριά. (Εφταλιώτης, Ιστορία της Ρωμιοσύνης)”
“Τον χρωμάτισαν ως κομμουνιστή την εποχή που αυτό σήμαινε εξορία”
“Η συμπεριφορά του τον χρωμάτισε άθελά του και τον απέλυσαν το φοουκαρά για να μην τους ενοχλεί η χούντα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.