Meaning of τόμος | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- το καθένα από τα δεμένα βιβλία που αποτελούν ένα ενιαίο σύγγραμμα (μυθιστόρημα, επιστημονικό έργο, εγκυκλοπαίδεια κλπ)
- volume: διαμέρισμα (partition) που έχει διαμορφωθεί με ένα σύστημα αρχείων (file system)
Παραδείγματα
“ο πρώτος τόμος της εγκυκλοπαίδειας αυτής έχει τα λάμματα από Α έως ΑΚΑ"”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.