HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τόμος | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. το καθένα από τα δεμένα βιβλία που αποτελούν ένα ενιαίο σύγγραμμα (μυθιστόρημα, επιστημονικό έργο, εγκυκλοπαίδεια κλπ)
  3. volume: διαμέρισμα (partition) που έχει διαμορφωθεί με ένα σύστημα αρχείων (file system)

Ισοδύναμα

English book tome volume

Παραδείγματα

“ο πρώτος τόμος της εγκυκλοπαίδειας αυτής έχει τα λάμματα από Α έως ΑΚΑ"”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τόμος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course