HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τσακίζω | Babel Free

Verb CEFR B1
/t͡saˈci.zo/

Ορισμοί

  1. διπλώνω κάτι πολύ καλά, ώστε να δημιουργηθεί μια τσάκιση
    transitive
  2. σπάω ή τραυματίζω κάτι
    transitive
  3. εξουθενώνω, κατανικώ, διαλύω
    transitive
  4. κτυπώ ελαφρά πράσινες ελιές
    transitive
  5. για κάτι που πήγε στραβά, ματαιώθηκε
    intransitive

Ισοδύναμα

English defeat

Παραδείγματα

“έγραψε κάτι σ' ένα φύλλο χαρτί, το τσάκισε στα τέσσερα και της το έδωσε”
“※ Καημένε Μακρυγιάννη, να 'ξερες γιατί το τσάκισες το χέρι σου (Ντίνος Χριστιανόπουλος)”
“μια ζωή σκληρή δουλειά στα ορυχεία τον τσάκισε ολωσδιόλου”
“όλα ήταν έτοιμα για το ταξίδι, αλλά κάτι τσάκισε τελευταία στιγμή”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τσακίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course