Meaning of τσακίζω | Babel Free
/t͡saˈci.zo/Ορισμοί
-
διπλώνω κάτι πολύ καλά, ώστε να δημιουργηθεί μια τσάκιση transitive
-
σπάω ή τραυματίζω κάτι transitive
-
εξουθενώνω, κατανικώ, διαλύω transitive
-
κτυπώ ελαφρά πράσινες ελιές transitive
-
για κάτι που πήγε στραβά, ματαιώθηκε intransitive
Ισοδύναμα
English
defeat
Παραδείγματα
“έγραψε κάτι σ' ένα φύλλο χαρτί, το τσάκισε στα τέσσερα και της το έδωσε”
“※ Καημένε Μακρυγιάννη, να 'ξερες γιατί το τσάκισες το χέρι σου (Ντίνος Χριστιανόπουλος)”
“μια ζωή σκληρή δουλειά στα ορυχεία τον τσάκισε ολωσδιόλου”
“όλα ήταν έτοιμα για το ταξίδι, αλλά κάτι τσάκισε τελευταία στιγμή”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.