HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τσακίζω — definition

Conjugation of τσακίζω

Regular CEFR B1
t͡saˈci.zo

διπλώνω κάτι πολύ καλά, ώστε να δημιουργηθεί μια τσάκιση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσακίζω
εσύ τσακίζεις
αυτός / αυτή / αυτό τσακίζει
εμείς τσακίζουμε
εσείς τσακίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσακίζουν
Παρατατικός
εγώ τσάκιζα
εσύ τσάκιζες
αυτός / αυτή / αυτό τσάκιζε
εμείς τσακίζαμε
εσείς τσακίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσάκιζαν
Αόριστος
εγώ τσάκισα
εσύ τσάκισες
αυτός / αυτή / αυτό τσάκισε
εμείς τσακίσαμε
εσείς τσακίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσάκισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσακίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσακίσω
εσύ τσακίσεις
αυτός / αυτή / αυτό τσακίσει
εμείς τσακίσουμε
εσείς τσακίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσακίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τσάκιζε
εσείς τσακίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τσάκισε
εσείς τσακίστε
Απαρέμφατο αορίστου
τσακίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσακίζομαι
εσύ τσακίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τσακίζεται
εμείς τσακιζόμαστε
εσείς τσακίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τσακίζονται
Παρατατικός
εγώ τσακιζόμουν
εσύ τσακιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τσακιζόταν
εμείς τσακιζόμασταν
εσείς τσακιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τσακίζονταν
Αόριστος
εγώ τσακίστηκα
εσύ τσακίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό τσακίστηκε
εμείς τσακιστήκαμε
εσείς τσακιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσακίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσακιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσακιστώ
εσύ τσακιστείς
αυτός / αυτή / αυτό τσακιστεί
εμείς τσακιστούμε
εσείς τσακιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τσακιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τσακίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τσακίσου
εσείς τσακιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τσακιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary