Meaning of τραγικός | Babel Free
/tra.ʝiˈkos/Ορισμοί
- που αναφέρεται ή ανήκει στην τραγωδία
-
«οι τραγικοί» (εννοείται: ποιητές) plural
- οδυνηρός, που προκαλεί μεγάλη συγκίνηση και πόνο
- πολύ σοβαρός, που είχε πολύ σοβαρές συνέπειες
Ισοδύναμα
English
tragic
Παραδείγματα
“η τραγική ποίηση, οι τραγικοί ήρωες”
“οι τρεις τραγικοί: ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης”
“τραγικό περιστατικό”
“※ Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr https://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341312658-44341312658)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.