Σημασία του τρέπω | Babel Free
ˈtre.poΟρισμοί
-
στρέφω, γυρίζω προς, διευθύνω προς transitive
-
μετατρέπω, αλλάζω transitive
Παραδείγματα
“τρέπομαι σε φυγή”
I flee, run away
“τράπηκε σε φυγή”
S/he fled
“ετράπη εις φυγήν”
S/he fled
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.