Σημασία του τρέφω | Babel Free
ˈtɾe.foΟρισμοί
- παρέχω σε κάποιον τροφή, φαγητό
- παρέχω σε κάποιον τα μέσα για να ζήσει
- έχω, νιώθω
- αφήνω να αναπτυχθεί
- εκτρέφω ζώα
- (για τραύμα / πληγή) επουλώνομαι, κλείνω
Παραδείγματα
“τρέφω μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητές του”
“τρέφω μούσι”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.