HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τρέφω — definition

Conjugation of τρέφω

Regular CEFR C2
ˈtɾe.fo

(για τραύμα / πληγή) επουλώνομαι, κλείνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρέφω (θρέφω →)
εσύ τρέφεις
αυτός / αυτή / αυτό τρέφει
εμείς τρέφουμε
εσείς τρέφετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρέφουν
Παρατατικός
εγώ έτρεφα
εσύ έτρεφες
αυτός / αυτή / αυτό έτρεφε
εμείς τρέφαμε
εσείς τρέφατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτρεφαν
Αόριστος
εγώ έθρεψα
εσύ έθρεψες
αυτός / αυτή / αυτό έθρεψε
εμείς θρέψαμε
εσείς θρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θρέψω
εσύ θρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό θρέψει
εμείς θρέψουμε
εσείς θρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά θρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τρέφε
εσείς τρέφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θρέψε
εσείς θρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
θρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρέφομαι (→ θρέφομαι)
εσύ τρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τρέφεται
εμείς τρεφόμαστε
εσείς τρέφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τρέφονται
Παρατατικός
εγώ τρεφόμουν
εσύ τρεφόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τρεφόταν
εμείς τρεφόμασταν
εσείς τρεφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τρέφονταν
Αόριστος
εγώ τράφηκα (→ θράφηκα)
εσύ τράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό τράφηκε
εμείς τραφήκαμε
εσείς τραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τράφηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τραφώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τραφώ (→ θραφώ)
εσύ τραφείς
αυτός / αυτή / αυτό τραφεί
εμείς τραφούμε
εσείς τραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τραφούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τρέφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θρέψου
εσείς τραφείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τραφεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary