HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τρέπω — definition

Conjugation of τρέπω

Regular CEFR B1
ˈtre.po

στρέφω, γυρίζω προς, διευθύνω προς Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρέπω
εσύ τρέπεις
αυτός / αυτή / αυτό τρέπει
εμείς τρέπουμε
εσείς τρέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρέπουν
Παρατατικός
εγώ έτρεπα
εσύ έτρεπες
αυτός / αυτή / αυτό έτρεπε
εμείς τρέπαμε
εσείς τρέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτρεπαν
Αόριστος
εγώ έτρεψα
εσύ έτρεψες
αυτός / αυτή / αυτό έτρεψε
εμείς τρέψαμε
εσείς τρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τρέψω
εσύ τρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό τρέψει
εμείς τρέψουμε
εσείς τρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τρέπε
εσείς τρέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τρέψε
εσείς τρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
τρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρέπομαι
εσύ τρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τρέπεται
εμείς τρεπόμαστε
εσείς τρέπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τρέπονται
Παρατατικός
εγώ τρεπόμουν
εσύ τρεπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τρεπόταν
εμείς τρεπόμασταν
εσείς τρεπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τρέπονταν
Αόριστος
εγώ τράπηκα
εσύ τράπηκες
αυτός / αυτή / αυτό τράπηκε
εμείς τραπήκαμε
εσείς τραπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τράπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τραπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τραπώ
εσύ τραπείς
αυτός / αυτή / αυτό τραπεί
εμείς τραπούμε
εσείς τραπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τραπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τρέπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τρέψου
εσείς τραπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τραπεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary