Σημασία του τεντώνω | Babel Free
tenˈdo.noΟρισμοί
-
τραβώ κάτι έτσι, ώστε να έχει το μεγαλύτερο δυνατό μέγεθος transitive
-
απλώνω κάτι έτσι, ώστε να ισιώσει, ευθυγραμμιστεί transitive
-
σφίγγω, κάνω κάτι να μην έχει ελαστικότητα transitive
-
αποκτώ το μεγαλύτερο δυνατό μέγεθος intransitive
-
ισιώνω, αποκτώ το πραγματικό μου σχήμα intransitive
-
γίνομαι σφιχτός intransitive
Παραδείγματα
“πρέπει να τεντώσεις το χέρι σου για να φτάσεις το πάνω ράφι”
“όλα τα ελατήρια όταν τα τεντώσεις χαλάνε”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free