Meaning of στίχος | Babel Free
/ˈsti.xos/Ορισμοί
- γραμμή γραπτού κειμένου,
- ρυθμική ενότητα (ή «γραμμή») ποιήματος
-
η ποιητική μορφή, η ποίηση broadly
-
το κείμενο, τα λόγια ενός τραγουδιού plural
Παραδείγματα
“στίχος ομοιοκατάληκτος, ανομοιοκατάλητκος”
“στίχος οξύτονος, παροξύτονος, προπαροξύτονος”
“Διαφορτικό το «στοίχος», που αφορά την ίσια γραμμή, όπως στη στοίχιση ανθρώπων, αντικειμένων αλλά όχι στίχων ποίησης.”
“Διέπρεψε, και στην πεζογραφία, και στο στίχο.”
“Στο διαδίκτυο είναι εύκολο να βρεις τους στίχους οποιουδήποτε τραγουδιού.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.