Meaning of σπαράζω | Babel Free
spaˈɾa.zoΟρισμοί
- έχω σπασμούς
- σφαδάζω απ' τον πόνο (ψυχικό ή φυσικό)
- κλαίω ηχηρά
-
κατακερματίζω dated
Παραδείγματα
“※ Ο άνδρας της σκοτωμένης όρμησε τότε να σπαράξει με τα χέρια του τον ένοχο, οι χωροφύλακες όμως τον προστάτεψαν. (Παύλος Νιρβάνας Ιστορία ενός εγκλήματος [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.