HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σπαράζω — definition

Conjugation of σπαράζω

Regular CEFR B1
spaˈɾa.zo

σφαδάζω απ' τον πόνο (ψυχικό ή φυσικό) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σπαράζω
εσύ σπαράζεις
αυτός / αυτή / αυτό σπαράζει
εμείς σπαράζουμε
εσείς σπαράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπαράζουν
Παρατατικός
εγώ σπάραζα
εσύ σπάραζες
αυτός / αυτή / αυτό σπάραζε
εμείς σπαράζαμε
εσείς σπαράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπάραζαν
Αόριστος
εγώ σπάραξα
εσύ σπάραξες
αυτός / αυτή / αυτό σπάραξε
εμείς σπαράξαμε
εσείς σπαράξατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπάραξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπαράξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σπαράξω
εσύ σπαράξεις
αυτός / αυτή / αυτό σπαράξει
εμείς σπαράξουμε
εσείς σπαράξετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπαράξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σπάραζε
εσείς σπαράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σπάραξε
εσείς σπαράξτε
Απαρέμφατο αορίστου
σπαράξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σπαράζομαι
εσύ σπαράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σπαράζεται
εμείς σπαραζόμαστε
εσείς σπαράζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σπαράζονται
Παρατατικός
εγώ σπαραζόμουν
εσύ σπαραζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σπαραζόταν
εμείς σπαραζόμασταν
εσείς σπαραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σπαράζονταν
Αόριστος
εγώ σπαράχτηκα
εσύ σπαράχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό σπαράχτηκε
εμείς σπαραχτήκαμε
εσείς σπαραχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπαράχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπαραχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σπαραχτώ
εσύ σπαραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό σπαραχτεί
εμείς σπαραχτούμε
εσείς σπαραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σπαραχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σπαράζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σπαράξου
εσείς σπαραχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σπαραχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary